Προσφυγή των Ελλήνων Ομολογιούχων Φυσικών Προσώπων κατά των τραπεζών – Video

 

Transcript – Κείμενο της συνέντευξη

Καλησπέρα σας είμαι ο Γιάννης Κυριακόπουλος και θα σας παρουσιάσω το  αμέσως επόμενο διάστημα την επιχειρηματολογία μου σχετικά με την προσφυγή των Ελλήνων Ομολογιούχων Φυσικών Προσώπων κατά των τραπεζών. Το γραφείο μας έχει μια αρκετά μεγάλη εμπειρία στο αντικείμενο αυτό, ήδη έχει αναλάβει κι άλλες υποθέσεις οι οποίες  αφορούν την προσφυγή στη Διεθνή Διαιτησία κατά της Κύπρου και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, οι οποίες είναι εξειδικευμένες. Ως αρχική τοποθέτηση θα ήθελα να κάνω την εξής:  Αυτό που έχουμε ζήσει το τελευταίο διάστημα το οποίο είναι μια πρωτοφανής κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού τομέα με τη διάσωση είτε μέσω ιδίων μέσων στις κυπριακές τράπεζες είτε μέσω της απόλυτης χρεωκοπίας ιδιωτών και ασφαλιστικών  ταμείων στην Ελλάδα για την διάσωση του χρηματοπιστωτικού τομέα ως ένα είδος από τους πυλώνες για την διάσωση περαιτέρω της χώρας,  είναι κάτι πρωτοφανές και έχει γίνει κατά την γνώμη μου με ένα τρόπο ο οποίος συνιστά πάρα πολύ μεγάλη αδικία. Θεωρούμε ως γραφείο ότι υπαίτιος δεν ήταν μόνο το κράτος,  γιατί το κράτος- όπως ενδεχομένως  θα πει και στο Συμβούλιο της Επικρατείας  στην απόφασή του που θα δημοσιευθεί το επόμενο διάστημα- το έπραξε αυτό για λόγους δημοσίου συμφέροντος ,για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, ενδεχομένως αυτό να πει. Δεν το ξέρουμε ακόμα, δεν έχει δημοσιοποιηθεί, αλλά θα βγει όπου να’ ναι. Εμείς εκτιμούμε ότι ο ρόλος των τραπεζών στην πώληση αυτών των προϊόντων , στη διαμεσολάβηση, στην πρακτορεία των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου κατά την επιλήψιμη περίοδο-και θα επιχειρηματολογήσουμε μετά για ποιο λόγο-του 2009 και μετά ήταν εξαιρετικά σοβαρή, διότι η απόκτηση των ομολόγων από τους  Έλληνες επενδυτές- είτε από  την πρωτογενή αγορά είτε από τη δευτερογενή- δεν μπορούσε παρά να γίνει παρά μέσω τραπεζών. Οι μόνοι αρμόδιοι, όπως λέει το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο στα δικά του επιχειρήματα -στην προσθήκη-αντίκρουση που υπέβαλε εγγράφως στο Συμβούλιο της Επικρατείας τον Φεβρουάριο του 2013- είναι ότι οι τράπεζες, έχοντας την πρόσβαση στο επενδυτικό κοινό και στο καταθετικό κοινό, και επειδή τα ομόλογα είναι προϊόντα τα οποία δεν αποκτώνται με μια υπογραφή του Υπουργού Οικονομικών, αλλά χρειάζονται διαμεσολάβηση, όφειλαν οι τράπεζες να παράσχουν πλήρη προσυμβατική πληροφόρηση στους κατόχους –σ’ αυτούς που απέκτησαν ελληνικά ομόλογα- εκείνη την εποχή που τα ελληνικά ομόλογα είχανε πάψει προ καιρού να είναι απλά προϊόντα. Τι συνέβη κατά την δική μας άποψη: Η αλήθεια είναι ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχε μια σύγχυση και  η επιχειρηματολογία μας, η οποία αφορά στις ευθύνες των τραπεζών κατά την πώληση των προϊόντων αυτών, αποτελούσε λίγο terra incognita για ορισμένους, και συναδέλφους και οικονομολόγους, αλλά και για τους ίδιους τους πελάτες οι οποίοι θεωρούσαν ότι η στροφή τους εναντίον των τραπεζών δεν είχε ουσιαστικό υπόβαθρο ότι δεν είχαν λογική τεκμηρίωση και ούτε καν και νομική τεκμηρίωση.

Έρχεται μπροστά τους η απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου η οποία λέει τα έξης: ότι επιβάλλω πρόστιμο στην εποπτευόμενη από μένα Τράπεζα Κύπρου- όχι στο Νομικό Πρόσωπο, αλλά στα πρώην διοικητικά στελέχη- με βαρύτατα πρόστιμα αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ διότι λέει αποκτούσαν από τον Φεβρουάριο του 2009  και μετά, προς βλάβη των συμφερόντων των μετόχων της τράπεζας, ομόλογα ελληνικού δημοσίου «σκουπίδια»!  Τα αποκαλεί έτσι η εποπτική αρχή της Κύπρου, του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου. Και δεν το κάνει μόνο η Κεντρική Τράπεζα της  Κύπρου αυτό, το λέει και το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο. Δεν το λέει ακριβώς έτσι . Λέει ότι τα προϊόντα αυτά αποκτώνται μόνον από τις τράπεζες, οι οποίες είναι υπεύθυνες για να παρέχουν πλήρη προσυμβατική πληροφόρηση και ενημέρωση στους επενδυτές. Ότι τα ομόλογα δεν είναι αποταμιευτικά προϊόντα. Ότι τα ομόλογα δεν μοιάζουν σύμφωνα με την επιστημονική βιβλιογραφία  που ισχύει –και δεν τα λέμε εμείς αυτά, έτσι; – είναι επιστημονική βιβλιογραφία ότι τα ομόλογα δεν έχουν καμία σχέση με τις καταθέσεις, είτε αυτές είναι προθεσμιακές, είτε άλλες. Διότι – γι’ αυτό και λέει πάρα πολύ σοφά – ότι τα ομόλογα αποκαλούνται χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Λέει λοιπόν το Ελληνικό Δημόσιο ότι οι καταθέσεις, ακόμα και οι προθεσμιακές, σε σχέση με τα ομόλογα είναι εντελώς διαφορετικού βάρους και ευθύνης αντικείμενα. Οι μεν καταθέσεις γίνονται για την φύλαξη κάποιου επενδυτή των χρημάτων του, και η προθεσμιακή επένδυση-απόδοση γίνεται για ένα μικρό χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το χρόνο και έχει να κάνει με το κλείσιμο των χρημάτων του για ένα μικρό διάστημα -3μηνα,6μηνα,9μηνα-που σημαίνει ότι ο επενδυτής, ο αποταμιευτής δεν θέλει να χάσει την πρόσβαση στα χρήματά του, θέλει να είναι προσεγγίσιμα. Γι’ αυτό και δεν τον ενδιαφέρει να πάρει  τεράστιες αποδόσεις. Αν το ήθελε αυτό, θα αποκτούσε μετοχές από την δευτερογενή αγορά, από την κεφαλαιαγορά. Δεν ήθελαν αυτό οι Έλληνες καταθέτες –αποταμιευτές. Ήθελαν μια ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους. Την ίδια εποχή που οι ξένες μεγάλες τράπεζες επωλούσανε παντί τρόπω τα ομόλογα ελληνικού  δημοσίου  ήδη από το 2009 το Σεπτέβρη-Οκτώβρη και μετά, οι ίδιες  οι τράπεζες φαίνεται ότι απέκτησαν το ίδιο χρονικό διάστημα ενίσχυσαν τη θέση τους σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου ή δεν έκαναν κάτι για να τα ρευστοποιήσουν. Εκεί ενδεχομένως μπορεί κανείς να επικαλεστεί ότι το έκαναν για λόγους προστασίας του κράτους αλλά οι τράπεζες είναι ανεξάρτητες εταιρείες. Άλλωστε δεν είναι καθόλου παράξενο ότι οι ίδιες οι τράπεζες, ακριβώς στα πλαίσια της προστασίας των επενδυτών – των μετόχων τους δηλαδή- και στα πλαίσια της εφαρμογής της εταιρικής διακυβέρνησης, στα πλαίσια της εφαρμογής των διεθνών λογιστικών προτύπων και των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης και για λόγους συμμετοχής τους, αποδοχής της συμμετοχής τους στο PSI, το πρώτο PSI, είχαν ήδη προβλέψει στους ισολογισμούς τους ήδη από το 2010 και το 2011 επισφάλειες για τις ζημιές από τα ομόλογα. Γνώριζαν την ίδια στιγμή που αποδεχόντουσαν να πρακτορεύσουν την πώληση ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου για τα οπoία ο εκδότης εγγυάτο την ονομαστική αξία συν ένα κουπόνι στο τέλος, και έδιναν τα προϊόντα τους αυτά μέσω  δικτύου με πολλές φορές -απ’ ότι έχω παρατηρήσει,  όχι παντού αλλά έχω παρατηρήσει σε αρκετές  περιπτώσεις σποραδικά αλλά και με πιο γενικευμένο τρόπο αλλού ότι τα έδιναν χωρίς την υπογραφή της αιτήσεως για το άνοιγμα κωδικού στο σύστημα άυλων τίτλων, που είναι εξαιρετικά απαραίτητο για να αποκτηθεί ένα ομόλογο.  Διότι ένα ομόλογο, όπως λένε οι μονογραφίες του εκλεκτού και σεβαστού μας καθηγητή της Νομικής του κυρίου Μπέη, επειδή είναι άυλο ως χρεόγραφο περατούται, ολοκληρούται η μεταβίβασίς του όπως γίνεται με τη μεταβίβαση ενός ακινήτου πρέπει να περάσει οπωσδήποτε από μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο για να ολοκληρωθεί, έτσι θα ‘πρεπε να γίνει και για τα ομόλογα. Για παρά πολλούς επενδυτάς δεν ίσχυε αυτό, δεν τα απέκτησαν με αίτηση στο σύστημα άυλων τίτλων. Σε άλλους έγινε. Σε άλλους δεν έγινε η σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών  η οποία όφειλε να γίνει. Τι παρατηρούμε όμως εκ των υστέρων: και σας λέω και πάλι ότι οι τράπεζες γνώριζαν ότι θα υποστούν ζημιές από τα ομόλογα. Εκείνες το γνώριζαν. Οι πελάτες που τους πούλαγαν τα ομόλογα το γνώριζαν αυτό; Δεν το γνώριζαν. Γιατί δεν έγινε αυτό; Δεν όφειλαν στα πλαίσια προστασίας του καταναλωτή, στα πλαίσια της νομοθεσίας προστασίας των επενδυτών, δεν όφειλαν οι ίδιες να ενημερώσουν τους επενδυτές για τους κινδύνους που είχαν αυτά τα προϊόντα, τη στιγμή που οι ίδιες έλαβαν πρόνοιες στους ισολογισμούς τους για τις ζημιές των ομολόγων αυτών; Άγνοια; Αδράνεια;  Ή άλλου είδους ευθύνη; Και τελειώνοντας αυτή τη φάση να πω το εξής: Γιατί άραγε όταν το ίδιο χρονικό διάστημα που ρευστοποιούντο όλες οι επενδύσεις των ελληνικών ομολόγων , όταν τα spreads των ελληνικών ομολόγων ήδη από τον Σεπτέμβρη του 2009 είχανε φύγει από τις 150 μονάδες βάσης , δηλαδή η διαφορά επιτοκίου μεταξύ ελληνικού ομολόγου και γερμανικού από το 1,5% και είχε πάει ήδη στο 3%, 3,5%, 4% και έφτασε στο 4,2% τελικά, γιατί δεν έλαβαν πρόνοια ώστε να ενημερώσουνε κατά τη διάρκεια της επενδύσεως αυτής τους πελάτες που ήδη είχαν; Θα μπορούσαν στα πλαίσια της καλώς νοούμενης  προστασίας των επενδυτών να έχουν αποστείλει και μια συμπληρωματική πληροφόρηση, ότι δηλαδή ξέρετε κάτι; Εμείς λαμβάνουμε πρόνοια για τις ζημιές που θα υποστούν τα δικά μας ομόλογα που έχουμε στο δικό μας χαρτοφυλάκιο. Πρέπει να ενημερωθείτε ότι έχει αλλάξει πλέον η διαβάθμιση της κατηγορίας  της αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων και έχουν χάσει πλέον την αξιολόγησή τους όπως πάρα πολύ σωστά τεκμηριώνει το ίδιο το ελληνικό δημόσιο , ο νομικός του παραστάτης  όπως πολύ γλαφυρά αναφέρεται στη συνεχή απαξίωση και κατακρήμνιση της  πιστοληπτικής αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων. Ομόλογα για τα οποία οι μόνες αρμόδιες  για να τα πωλούν  και να ενημερώνουν τους επενδυτάς πελάτες τους ήταν οι ελληνικές τράπεζες.

Όχι δεν παίζει κανένα ρόλο, άλλωστε η δική μας η προσέγγισις είναι κατά των τραπεζών με τα επιχειρήματα που – μεταξύ άλλων φυσικά- περιλαμβάνουν και τα επιχειρήματα και του ελληνικού δημοσίου κατά των ομολογιούχων στο συμβούλιο της επικρατείας.
Μπορείτε, αλλά το θέμα είναι το σκεπτικό είναι να έχει αποτέλεσμα αυτό. Δηλαδή, κατά τη δική μου προσέγγιση, που δεν θέλω επ’ ουδενί να επηρεάσω αποφάσεις των επενδυτών, η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας εάν απορρίπτει το σκεπτικό ότι έπρεπε να γίνει αυτό για λόγους προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, τα πολιτικά δικαστήρια ενδεχομένως θα πρέπει να το λάβουν υπόψιν τους αυτό. Εκτός αν είναι διαφορετική η νομική βάσις η οποία θα ακολουθηθεί κατά την προσφυγή κατά του κράτους. Αλλά στις τράπεζες και πάλι σας λέω  δεν έχει καμία σημασία αυτό και επιπλέον και η μια προσέγγιση κατά του κράτους στα πολιτικά δικαστήρια και των ιδιωτών κατά των τραπεζών μπορούν να γίνουν ταυτόχρονα. Κοιτάξτε, θα γίνουν ομαδοποιημένα. Δηλαδή, η νομική και ιστορική βάση του κάθε επενδυτού για το προϊόν το οποίο απέκτησε δεν είναι η ίδια με του άλλου. Όμως όλη η προσέγγιση η οποία θα αφορά την επιχειρηματολογία ως κεντρική δομή ενός δικογράφου θα αφορά τις κύριες ευθύνες της τράπεζας. Όμως σε κάθε περίπτωση υπάρχει διαφορετική τρόπος με τον οποίο προσεγγίστηκαν οι επενδυτές. Σε άλλους τους πήραν ένα τηλέφωνο και τα απέκτησαν, σε άλλους έγινε και χωρίς την υπογραφή τους απ’ ότι έχω παρατηρήσει. Σε άλλους έγινε με δική τους συναίνεση. Σε άλλους έγινε με  δική τους συγκατάνευση και μάλιστα με πλήρη γνώση των κινδύνων. Δεν μπορούμε να αξιολογήσουμε το εύρος της γνώσεως τις οποίες  είχε ο κάθε επενδυτής, όμως απ’ ότι αντιλαμβανόμαστε από την εμπειρία και από τις συζητήσεις που έχουμε κάνει με πολλούς από τους ομολογιούχους , εκείνοι προσήλθαν στις τράπεζες για να αποκτήσουν ασφαλή προϊόντα. Καταθετικά, ήταν καταθέτες της τράπεζας, κι εκεί για μένα εδράζεται και το ηθικά απαξιωτικό  γεγονός αυτό, διότι ακούστε: οι Έλληνες επενδυτές υποφέροντας από τις ζημιές του χρηματιστηρίου το 2000, εστράφησαν στις τράπεζες με το σκεπτικό ότι αυτές είναι οι εγγυητές των καταθέσεων τους, με τη βεβαιότητα και τη σιγουριά ότι μιλούν με τον τραπεζίτη τους και όχι με κάποιον χρηματιστή. Αποδείχτηκε τελικά ότι αυτό αποτέλεσε όχι μόνο για την υπόθεση των ελληνικών ομολόγων, έχω τεράστιες περιπτώσεις, πάρα πολλές περιπτώσεις άλλες  Ελλήνων που πήραν perpetual ή άλλα προϊόντα. Θέλω να πω δηλαδή για να το κλείσω εδώ, είναι ότι η προσέγγιση η οποία έγινε εκείνο το διάστημα έδειξε ότι ήταν εύκολος στόχος οι Έλληνες επενδυτές καταθέτες για να πάρουν τα ομολόγα του ελληνικού δημοσίου και μετά να περιμένουνε με αγωνία τι θα γίνει εως του ελληνικού κουρέματος. Κοιτάξτε, εδώ είναι μια παρεξήγηση που γίνεται σε όλους. Όταν προσφεύγεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας για παράδειγμα, για να ακυρώσεις μια πράξη κανονιστικού περιεχομένου, δηλαδή που επηρεάζει περισσότερους του ενός ανθρώπου, έχει επεκτατικό αποτέλεσμα, δηλαδή  δεν είναι απαραίτητο να προσφύγουν όλοι. Για παράδειγμα, ένα χρονοεπίδομα που θέλει ένας κλάδος να πάρει  ή μια άδεια τοκετού ή  κάτι σχετικό, φυσικά επιδρά επεκτατικά και στους υπόλοιπους  χωρίς να χρειάζεται. Στα πολιτικά δικαστήρια όμως, πρέπει αυτός ο οποίος έχει έννομο συμφέρον, ειδικό έννομο συμφέρον και έχει προσφύγει. Αυτός καλύπτεται από τις έννομες συνέπειες της προσφυγής του στα πολιτικά δικαστήρια. Αυτός που δεν συμμετέχει δεν καλύπτεται , όχι. Με το ίδιο ακριβώς σκεπτικό, βέβαια, ναι. Νομίζω είναι αυτονόητο, το έχουμε ήδη καλύψει αυτό, ναι. Λοιπόν ,όταν αναλαμβάνεις μια υπόθεση, είτε είναι 1 είτε είναι 10.000 είτε όποιοι κι αν είναι, ο σκοπός του και ο σκοπός του πελάτη του δεν είναι ο δικηγόρος να κάνει επίδειξη γνώσεων ούτε να κάνει ενδεχομένως κινήσεις οι οποίες εμπεριέχουν παραπάνω ρίσκο απ’ όσο χρειάζεται. Αν κανείς στραφεί κατά της τράπεζας της Ελλάδος ή της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, να διεκδικήσει τι; Τη μη συμμόρφωση ή τη μη παράλειψη ενδεχομένως των όρων προσυμβατικής  πληροφόρησης. Έστω και θα δικαιωθεί. Η αποζημίωσίς του, ακριβώς επειδή θα πρέπει να καταβληθεί από το δημόσιο, και θα αφορά έννομη σχέση η οποία εκδικάστηκε η άτακτη εξέλιξή της με την προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα δημιουργεί ένα προηγούμενο, που και πάλι δεν θα οδηγεί σε κάποιο αποτέλεσμα, σε κάποιο συμπέρασμα. Εμείς θέλουμε να αποσυνδέσουμε το θέμα του δημοσίου από τα δικαιώματα των πολιτών, των πελατών προς τις τράπεζες. Αφήστε δε που ενδεχομένως, και επειδή ακριβώς εμείς επιθυμούμε να αποσυνδέσουμε το κράτος σε εισαγωγικά από το κράτος με εισαγωγικά δηλαδή, θέλω να πω, εφόσον πια μετά  την απόφαση του Eurogroup στις 27 Ιουνίου 2013 η συστημική σταθερότις των τραπεζών αποτελεί υπέρτατη λέει αρχή προστασίας δημοσίου συμφέροντος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άρα λοιπόν το αληθές κράτος κατά την ερμηνεία που κάνω εγώ της αποφάσεως του Eurogroup είναι ότι οι τράπεζες είναι το κράτος. Οι τράπεζες έχουν τα χρήματα, οι τράπεζες έχουν το μαξιλάρι στο ταμείο χρηματοπιστωτικής σταθερότητος  8 δισεκατομμύρια ευρώ, από εκεί θα πάρουμε τα λεφτά μας. Και πιστεύω ότι αν αφεθούν οι Έλληνες δικαστές στα πολιτικά δικαστήρια τα τακτικά να δικάσουν με καθαρό μυαλό με πλήρη ανάλυση των πραγματικών περιστατικών θα μας δικαιώσουν. Ακούστε τα επιχειρήματα των αντιδίκων συναδέλφων τα οποία θα χρησιμοποιήσουν οι τράπεζες τα ξέρουμε και τα καταλαβαίνουμε από τώρα. Ότι επειδή δεν είχε εκδοθεί ανάλογη οδηγία η οποία να αναβαθμίζει τον κίνδυνο εκείνη την εποχή, αυτά ήταν απλά προϊόντα και άρα μπορούσαν να πωλούνται ως τέτοια. Ας διαβάσουν λοιπόν την προσθήκη- αντίκρουση του ελληνικού δημοσίου, ας διαβάσουν την επίκαιρη πρόσφατη απόφαση της κεντρικής τράπεζας της Κύπρου που επαναλαμβάνω αποκαλεί τα ελληνικά ομόλογα και για τα οποία επιβάλλει πρόστιμο και κυρώσεις «σκουπίδια» από τον Φεβρουάριο του ’09 και μετά, ας πάνε λοιπόν στον  Έλληνα πολιτικό δικαστή και να πουν τα ίδια επιχειρήματα ότι δεν είχε εκδοθεί σχετική διοικητική πράξις η οποία να καλύπτει τα προϊόντα αυτά ως μη απλά και άρα να πρέπει να κάνουν συμβάσεις. Αυτό ας το πούνε στα δικαστήρια. Υπάρχει και άλλη εξουσία στην Ελλάδα πλην της νομοθετικής και της εκτελεστικής, υπάρχει και η δικαστική εξουσία. Επειδή τα ερωτήματα αυτά και ενδεχομένως θα υπάρχουν και άλλα που θα θέλατε να μου κάνετε περί παραγραφής αντιμετωπίζονται με μια απάντηση: δεν υπάρχει θέμα παραγραφής. Εδώ έχουμε αδικοπραξία. Η αδικοπραξία παραγράφεται στη 20ετία. Όμως υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο όταν τελικά κατατεθούν οι αγωγές αυτές – και ήδη έχω ξεκινήσει να καταθέτω αγωγές παρόμοιες – ο σκοπός είναι από το γεγονός από το οποίο έπεσε το μαχαίρι στο οποίο επροκλήθη η σοβαρότατη βλάβη, οικονομική, περιουσιακή η οποία έχει οδηγήσει πολλούς εκ των συμπολιτών μας στην απόλυτη ένδεια  και την απόγνωση, εάν δεν οδηγηθούν σε μια αγωγή πολύ σύντομα ώστε όταν θα συζητηθεί πια να γνωρίζει ο δικαστής που θα την πάρει στα χέρια του ότι η ζημιά έγινε το 2012 και η αγωγή κατατέθηκε το 2013 πέρασε ένα διάστημα,  ο άνθρωπος  αυτός περίμενε την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ευλόγως περίμενε να περάσει ένα διάστημα να δημοσιευθεί , να ανακοινωθεί και μετά να στραφεί στο επόμενο βήμα το οποίο του έμενε ως νομική προσέγγιση. Εάν πάει 2017-2018 και προσδιοριστεί το δικαστήριο το 2021, αντιλαμβάνεστε ότι το θέμα τότε θα έχει αποδυναμωθεί  ως αίτημα.  Άρα λοιπόν επαναλαμβάνω : δεν υπάρχει παραγραφή, ούτε ετήσια ούτε πενταετής όπως έχει λεχθεί. Υπάρχει όμως αποδυνάμωση. Τα όρια είναι διακριτά. Η ζημία που υπέστησαν οι επενδυτές από την κατά τη γνώμη μας παράνομη και αιτιωδώς και αδικοπρακτική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την πώληση των προϊόντων αυτών, έχει ως έννομη τάξη την ελληνική έννομη τάξη. Εφόσον έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα, στρεφόμαστε κατά των πολιτικών δικαστηρίων. Η νομική βάση είναι συγκεκριμένη. Δεν συνδέεται με την αποζημίωση λόγω της απαλλοτριώσεως για παράδειγμα – φαντάζομαι αυτή θα είναι η νομική βάση στο ΕΔΑΔ- της  περιουσίας, της άδικης απαλλοτριώσεως της περιουσίας των Ελλήνων πολιτών με την οποία θα ζητήσουν αποζημίωση από εκεί. Δεν βλέπω πού υπάρχει σύγχυση των ορίων. Όσον αφορά δε το δεύτερο σκέλος που αφορά την ενδεχόμενη εξωδικαστική επίλυση  του Δημοσίου, εμείς αποζημιωνόμαστε, εμείς  αμειβόμεθα ως ποσοστό επί του αποτελέσματος εφόσον η τράπεζα ξεκλειδώσει το λογαριασμό και πληρώσει χρήματα. Αν πληρώσει το ελληνικό δημόσιο διότι έκρινε ότι αυτή είναι μια άδικη συμπεριφορά, εμείς δεν αποζημιωνόμεθα. Αλλά αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα το ευχόμουνα πιο πολύ από όλους. Κι ας μην πάρουμε ούτε 1 € – δεν θα ’θελα να πω μια δραχμή γιατί θα οδηγούσε σε άλλους συνειρμούς. Αναφέρεται σε περίπτωση που ο εταιρικός αντισυμβαλλόμενος εκπέσει της αξιοχρεότητάς του- αθετήσει υποχρέωση ή στην περίπτωση που αθετηθεί η υποχρέωση από τον εκκαθαριστικό οίκο. Άρα, την εταιρεία, την τράπεζα που κάνει την εκκαθάριση του προϊόντος αυτού. Εδώ δεν έχουμε τέτοια περίπτωση. Εδώ έχουμε αναξιοχρεότητα του εκδότη επειδή πτώχευσε. Αλλά και αυτό να περιλαμβάνετο, επαναλαμβάνω το νομικό μας οπλοστάσιο έχει να κάνει με το ότι –και εδώ θα αποκαλύψω το συγκεκριμένο: δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά δεν ήταν απλά και έφεραν κίνδυνο, δεν θα έπρεπε η σύμβαση αυτή να είναι ένα απλό χαρτί, ένα δισέλιδο όπου ήταν απλή προσχώρηση σε μια εντολή αγοραπωλησίας ενός προϊόντος. Έπρεπε να είναι σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, που είναι μια σύμβαση η οποία  είναι από 30 έως 50 σελίδες. Άρα, θα έπρεπε να έχει ληφθεί υπόψιν το επενδυτικό προφίλ εν γένει του πελάτη, να γίνει έλεγχος συμβατότητος και καταλληλότητος, αν είναι συμβατός και κατάλληλος για αυτή την υπηρεσία.

Ακριβώς. Έπρεπε να είχε γίνει ολοκληρωμένη σύμβασις MIFID. Και ακούστε κάτι πολύ παράξενο: θα σας το πω γιατί θα εκπλαγείτε ενδεχομένως. Ξέρετε ότι υπάρχουν  πελάτες μου οι οποίοι ήτανε σε αυτούς που ανήκανε στους εργαζόμενους απολυμένους της Ολυμπιακής Αεροπορίας οι οποίοι απέκτησαν άλλου τύπου ειδικό ομόλογο για το οποίο έχουμε κάνει την αγωγή κατά της Εθνικής Τραπέζης πριν από λίγες μέρες, πριν από λίγο καιρό για τους εργαζόμενους αυτούς. Ξέρετε ότι όσοι μετέφεραν κατά το 2012 και ‘13 τα χαρτοφυλάκιά τους των ομολόγων που εξανίστανται όπως λένε ότι δεν έχουν χαρτοφυλάκια, είναι καταθέτες, έτσι λέγανε. Που πήρανε λοιπόν τα χαρτοφυλάκιά τους σε άλλη τράπεζα, ότι εκείνη η άλλη τράπεζα στην οποία τα μετέφεραν τους επέρασε υποχρεωτικά από έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας για το ίδιο προϊόν τώρα; Δηλαδή, τι άλλαξε;  Είμαστε δηλαδή συνετοί ως τράπεζες, λαμβάνουμε τα μέτρα προστασίας  των επενδυτών αφού συμβεί η ζημιά; Αφού επέλθει η ζημιά; Όχι πριν; Τότε ποιος είναι ο ρόλος προστασίας των επενδυτών; Αφού προκύψει η ζημιά; Τότε δεν έχουμε καμία ανάγκη σε αυτή την περίπτωση. Και να πω και ένα τελευταίο εδώ πέρα για τις τράπεζες: Δεδομένου ότι – το θεωρώ εξαιρετικά σοβαρό αυτό ως επιχείρημα- οι ζημιές που προκύπτουν από ενδεχόμενες δικαστικές αξιώσεις οφείλουν να καταγραφούν άμεσα, από τον πρώτο ισολογισμό στον οποίο έχουνε γίνει αυτές οι αγωγές έχουν κατατεθεί νομίμως και προσηκόντως και έχουν επιδοθεί, οφείλουν με βάση τα διεθνή δικαστικά πρότυπα και τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, να τα εγγράψουν ως μελλοντικές επισφάλειες, ως προβλέψεις μελλοντικών επισφαλειών και να καταγράψουν στα ίδια κεφάλαιά τους όπως προβλέπεται και από τη βασιλεία, όπως προβλέπεται και από την Bank of International Settlements,  όπως προβλέπεται και από την οικεία νομοθεσία. Άρα επανέρχομαι και τελειώνω: αυτός ο όρος του άρθρου΄8 δεν έχει καμία ισχύ. Έπρεπε να έχει γίνει πλήρης προσυμβατική πληροφόρηση.

Λοιπόν, εγώ θα σας απαντήσω…..

Λοιπόν έχω να σας πω το εξής: όταν κανείς βλέπει μια τέτοια κατάσταση, που έχουμε ζήσει όλοι μας και έχουμε ακούσει και για χώρα τιτανικό, ταυτόχρονα έχουμε ακούσει και για έναν Υπουργό Οικονομικών ο οποίος το ίδιο χρονικό διάστημα παρά το ότι η χώρα είναι τιτανικός -και άρα πέφτει σε παγόβουνο-και αυτό το λέει παγκοσμίως στους περίπου 80.000 θεσμικούς επενδυτές παγκοσμίως,  και από την άλλη στιγμή urbi et orbi διακηρύσσει ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, προφανώς εδώ ενδεχομένως υπάρχουν και ευθύνες. Σας ρωτάω όμως πολύ πρακτικά εγώ : τι θα κερδίσουμε; Ο σκοπός ενός νομικού αγώνα είναι το αποτέλεσμα, δεν είναι να κάνουμε επίδειξη γνώσεων όπως είπα και πριν, ούτε να πάμε να κάνουμε ατελέσφορες προσπάθειες έτσι; Οι οποίες βέβαια εκ των προτέρων δεν τις ξέρει κανείς  ότι θα είναι ατελέσφορες-προφανώς κανείς δεν ξέρει, τα δικαστήρια αποφασίζουν κάθε φορά- αλλά εδώ, ως απόσταγμα των γνώσεων που έχω, πρέπει να σας πω ότι με ικανοποιεί ιδιαίτερα κάτι που μπορώ να σας διαβάσω από τον υπολογιστή μου αν θέλετε.

Αυτό δεν το έχω γράψει εγώ, ούτε είναι δικό μου δικόγραφο.

Είναι το τελικό σχέδιο αντίκρουσης της ελληνικής δημοκρατίας, είναι του νομικού παραστάτη του Ελληνικού Δημοσίου στο ΣτΕ, στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Αναφέρει τα εξής: Για τους κινδύνους γενικά της κάθε επένδυσης και ειδικότερα για τους προαναφερόμενους κινδύνους που εμπεριέχονται σε επενδύσεις σε κινητές αξίες ή μέσα χρηματαγοράς, όπως σε ΟΕΔ και ΕΓΕΔ και τα έντοκα γραμμάτια οι μεσολαβούσες τράπεζες και λοιποί φορείς επιφορτισμένοι με την πώληση των σχετικών τίτλων στο ευρύ κοινό έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν αναλυτικά όλους τους πελάτες τους, ειδικά όταν αυτοί είναι ιδιώτες επενδυτές φυσικά πρόσωπα όπου αντιμετωπίζονται ως ιδιαίτερο κομμάτι πελατείας μέσω των συμβάσεων επενδυτικών προϊόντων που υπογράφουν αλλά και σε κάθε επιμέρους επένδυση που συνάπτουν. Ο προαναφερόμενος ρόλος για την παροχή της πληροφόρησης στους επενδυτές αναγνωρίζεται και έχει ανατεθεί από την κοινοτική και εθνική νομοθεσία στις τράπεζες και λοιπούς φορείς που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Άρα ας μη μιλάω εγώ γι’ αυτό, ας μιλάει το ελληνικό δημόσιο του οποίου τα επιχειρήματα ενδεχομένως είναι πολύ πιο ισχυρά από τα δικά μας.

Η MIFID όπως και κάθε οδηγία ως ενωσιακό δίκαιο πρέπει να ενσωματωθεί στην εκάστοτε έννομη τάξη. Και οι οδηγίες, εκτός από τους κανονισμούς – regulations οι οποίοι ισχύουν αυτόχρημα-αμέσως δηλαδή  και χωρίς την ενσωμάτωσή τους με νόμο- πρέπει πρώτα να ενσωματωθούν με νόμο. Νομίζω νόμος επίκειται για το MIFID 2.

Εγώ ευχαριστώ πάρα πολύ, που δεχτήκατε να παρουσιάσω τις απόψεις μου. Εύχομαι στους Έλληνες ομολογιούχους τύχη, καλή επιτυχία σε οποιαδήποτε επιλογή κι αν κάνουν. Πρέπει να πω μόνο μια κουβέντα στο τέλος: χαμένος αγώνας είναι αυτός που δεν δίνεται, και πέραν αυτού δεν μπορώ να αντιληφθώ τι άλλο θα πρέπει να κάνουν οι Έλληνες ομολογιούχοι οι οποίοι εξαπατήθηκαν πολλαπλώς για να αποδοθεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Δεν μπορώ να δω κάτι άλλο. Ελπίζω τα ελληνικά πολιτικά δικαστήρια να δώσουν αυτήν  την τελευταία ευκαιρία στους Έλληνες συμπολίτες τους.